31/12/07

Fiji

Αν και πολλές φορές αισθάνομαι απομονωμένη σε αυτό το τεράστιο νησί, όντας κυριολεκτικά στην άλλη άκρη του κόσμου, εν τούτοις, αν το καλοσκεφτείς, είμαι κοντά σε μέρη που μόνο στη φαντασία μου υπήρχαν μέχρι πριν λίγο καιρό. Έτσι όταν ήρθε η στιγμή να σκεφτώ πού θα ήθελα να πάμε τα Χριστουγέννα, κι ενώ οι επιλογές ήταν Coff’s Harbour, στον αδελφό του Stu, ή κάπου αλλού, εγώ προτίμησα φυσικά το κάπου αλλού, που μπορούσε να είναι από την βορειο-ανατολική ακτή της Αυστραλίας και το Great Barrier Reef ως τη Μαλαισία, Ταϋλάνδη, νησιά Φίτζι και Χαβάη. Αν σκεφτείς ότι χρειάζεσαι 5 ώρες αεροπορικώς για να ταξιδέψεις από την ανατολική ακτή π.χ. Sydney ως το Perth στα δυτικά παράλια της χώρας, η απόσταση 8 ωρών μέχρι την Ταϋλάνδη ας πούμε φαίνεται σαν ένα απλό ταξίδι που θα μπορούσες να κάνεις κάλλιστα το Σαββατοκύριακό σου. Και δεν υπερβάλλω. Αρκεί να ξέρεις τι θέλεις. Βόρειο ή νότιο ημισφαίριο; Χειμώνα ή καλοκαίρι; Θες καλοκαίρι; Ο Ισημερινός να ‘ναι καλά.. Θέλεις χιόνι τα χριστούγεννα; Εύκολο. Πετάγεσαι μέχρι την Ιαπωνία για σκι, έστω και για 5 μέρες κι ασε τους αλλους να περιμένουν 6 μήνες για να αλλάξουν εποχή. Ο χειμώνας, να πω την αλήθεια, δε μου έχει λείψει. Βέβαια από την άλλη, Χριστούγεννα μεσα στην ντάλα του ήλιου η αλήθεια είναι δεν καταλαβαίνεις. Όχι μόνο γιατί κάνει ζέστη, αλλά γιατί εδώ οι Χριστουγεννιάτικες διακοπές σχετίζονται με την καλοκαιρινή την άδεια και όλη η πόλη αδειάζει αφού όλοι φεύγουν. Κατά συνέπεια, τα σπίτια δεν είναι στολισμένα κι όσα πάλι είναι, δε...φαίνονται, αφού αργεί να νυχτώσει. Αποφασισμένη λοιπόν ότι Χριστούγεννα, με την έννοια που τα γνωρίζω εγώ, δεν πρόκειται να κάνω, σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ το γεωγραφικό μήκος και πλάτος ώστε να δω κάτι διαφορετικό. Έτσι πρότεινα στον Stu να πάμε Fiji. Δεν είχε καμία αντίρρηση, ευτυχώς! Μέσα Νοεμβρίου ξεκινήσαμε να ψάχνουμε εισιτήρια, ξενοδοχεία κι όλα τα σχετικά. Υπό άλλες συνθήκες τα Fiji θεωρούνται ως οικονομικός προορισμός, τη δεδομένη στιγμή όμως εν’ όψη Χριστουγέννων οι τιμές ήταν κάτι παραπάνω από τσουχτερές. Ας είναι... Κλείσαμε για 6 μέρες στο Shangri-La. Μεγάλο όνομα σκεφτήκαμε, καλά θα είναι. Έτσι κι έγινε. 21 Δεκεμβρίου, 7 η ώρα το πρωί ήμασταν στον Kingsford Smith. Πετάξαμε από Sydney προς Brisbane και από Brisbane στο Nadi των Fiji. Σύνολο 5 ώρες, μια χαρά. Το πολιτικό καθεστώς που επικρατούσε στο νησί, το γνωρίζαμε. Ο στρατός είχε αναλάβει την εξουσία, όμως αυτό υποτίθεται δεν θα επηρέαζε τον τουρισμό. Όχι ότι μας πείραξε κανείς...Όμως δεν ξέρω αν έφταιγε το δικατορικό καθεστώς ή η φτώχια που επικρατούσε, και οτιδήποτε είχε να κάνει με το δημόσιο τομέα υπολειτουργούσε. Έτσι για λεωφορείο ούτε συζήτηση. Δεν υπήρχε ούτε για δείγμα, στο αεροδρόμιο τουλάχιστον. Πήραμε ταξί να πάμε στο ξενοδοχείο. Η διαδρομή πανέμορφη. Πράσινο παντού, απίστευτα δέντρα με πυκνό φύλλωμα, φοβερή ζέστη και μυρωδιά από βροχή συνάμα. Μικρά χωριουδάκια ξεπηδούσαν πότε πότε μέσα από όλη αυτή τη βλάστηση. Καμιά φορά έβλεπες κανάν ανθρωπάκο να περιμένει να περάσει κάποιο αυτοκίνητο να τον μεταφέρει κάπου. Θα ήταν τυχερός αν το όχημα δε μετέφερε τουρίστες. Γιατί αν ήταν έτσι, δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει. Σε ένα ταξί λοιπόν που έτριζε απ’ άκρη σ’ άκρη, φθαρμένο ολόκληρο από τη χρήση, μ’εναν ταξιτζή που ευχαρίστως θα έπαιρνε τον υπνάκο του όση ώρα περιμέναμε στο βενζινάδικο να μας γεμίσουν το ρεζερβουάρ, μετά από 45 λεπτά περίπου φτάσαμε στο ξενοδοχείο.

Κι ενώ τόση ώρα το μάτι είχε προσαρμοστεί σε εικόνες που μαρτυρούσαν από την πρώτη κιόλας στιγμή τη φτώχια που επικρατούσε, εμείς περνούσαμε την πύλη του Shangri-La Fijian Resort and Spa, που στεκόταν επιβλητικά μπροστά μας για να μας υπενθυμίσει τον «πολιτισμένο» τρόπο ζωής. Σαν τη μύγα μεσ’ στο γάλα...Σε μια έκταση που έπιανε ολόκληρο το νησί Yanuca (το νησί συνδεόταν με την ξηρά μέσω γέφυρας), το resort ήταν ένας μικρόκοσμος του δυτικού πολιτισμού με μπαρ, εστιατόρια, μαγαζιά, γυμναστήρια, πισίνες κι ότι μπορούσες να φανταστείς. Η αλήθεια είναι πως δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο. Εγώ τουλάχιστον είχα φανταστεί ένα ωραίο, περιποιημένο δωμάτιο με θέα τον ωκεανό, γαλάζια νερά, φρέσκο ψάρι, ήχους από θάλασσα, μπαράκι στην άμμο, κοκταίηλ, εξωτικές μουσικές μέχρι το πρωί...πού να φανταστώ... Προσγειωθήκαμε ανώμαλα σε ένα τουριστικό θέρετρο, σε ένα δωμάτιο που μύριζε υγρασία, με βρώμικα κουφώματα - να μου πεις τα κουφώματα κοιτάς; Μέχρι και κάτω από το κρεβάτι και τα σοβαντεπιά κοιτάω - στην παραλία επάνω ναι, που όμως δεν είχε καμία σχέση με την παραλία στο Manly και τα χιλιόμετρα άμμου που έχω πλέον συνηθίσει στο Sydney. Τι να κάνουμε, καλόμαθα...Φασαρία, πολυκοσμία, όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα των επισκεπτών, καμιά επαφή με τον τόπο. Σα να κάθεσαι σε ταβερνάκι σε νησί της Μεσογείου και να παραγγέλνεις κινέζικο. Είπαμε να δούμε την καλή μεριά του πράγματος. Ψάξαμε δηλαδή να τη βρούμε.... Έτσι, ξεκινήσαμε να ρωτάμε το προσωπικό του ξενοδοχείου αν υπήρχε κάτι να κάνουμε «εκτός τειχών». Η απάντηση ήταν η ίδια από όλα τα στόματα. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί κοντά αλλά μπορούσαμε να οργανώσουμε εκδρομές μέσω του ξενοδοχείου με το ανάλογο αντίτιμο φυσικά. Αργότερα θα συνειδητοποιούσαμε ότι όλοι οι υπάλληλοι ήταν «μιλημένοι» να προωθούν τις δραστηριότητες του ξενοδοχείου και μόνο.

Πρώτη μέρα, δεν είχαμε πολλές επιλογές, ήμασταν και σε περίοδο βροχοπτώσεων, κι έτσι είπαμε να πάμε μια βόλτα με τα πόδια στο διπλανό χωριό. Περάσαμε και πάλι τη μεγάλη πύλη για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα του τόπου και του χρόνου. Σαν σκηνές από ντοκυμαντέρ, ένας κόσμος διαφορετικός ανοιγότανε μπροστά μας. Ακολουθήσαμε το δρόμο που θα μας έβγαζε στο χωριό. Πλούσια βλάστηση, ψυχή τριγύρω.


Που και που περνούσε κανα ταξί, άλλες φορές κανα φορτηγάκι με πιτσιρίκια στην καρότσα ή κανάς ταλαίπωρος σαν κι εμάς που έπρεπε να κάνει τη διαδρομή με τα πόδια. Μπαίνοντας στο χωριό, μικρά μαγαζάκια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Παλιά, φτωχικά και σκονισμένα, διέθεταν μόνο τα απαράιτητα: νερό, αναψυκτικά, χειροποίητα καπέλα....

Παιδάκια στους δρόμους να παίζουν ξυπόλυτα, αυλές ανοιχτές, άνθρωποι χαμογελαστοί.



Όλοι μας χαιρετούσαν, όλοι ήταν πρόθυμοι να μας εξυπηρετήσουν. Μια παρέα παιδιών μας έδειξε το δρόμο προς την παραλία.



Εκεί μου έκανε εντύπωση ο ήχος της θάλασσας, όταν το κύμα άρχισε να ανεβαίνει και να σκάει με μανία στην ακτή, σχεδόν εκκωφαντικός, σαν να ερχόταν από παντού κι όχι μόνο από τη μεριά του νερού. Καθίσαμε στην άμμο και χαζεύαμε το τοπίο. Το ξενοδοχείο μας φαινόταναν από απόσταση. Ακριβώς απένταντι ένα νησάκι...Η ζέστη είχε αρχίσει ήδη να μας εξαντλεί, έτσι πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Παρατηρούσαμε τον τρόπο ζωής...

Αν κι είναι δύσκολο να καταλάβεις από μια απλή επίσκεψη πώς ακριβώς ζει ο κόσμος εκεί, παρόλα αυτά η παρουσία της φτώχιας ήταν έντονη. Κι όμως, οι άνθρωποι φαινόντουσαν τόσο χαρούμενοι από τη ζωή τους. Όλοι χαμογελαστοί, περνούσαμε απ’ τα σπίτια τους κι ακούγαμε μουσικές σε ρυθμούς reggae και γέλια από τα παράθυρα. Μια οικογένεια μας κάλεσε στο σπίτι της. Μας πρόσφεραν cava, το τοπικό τους ποτό, προερχόμενο από μια ρίζα φυτού. Μετά νά σου οι μπύρες σε συσκευασίες λίτρου και ξανά cava και ξανά μπύρες. Μας προσκάλεσαν στο πάρτυ γεννεθλίων της κόρης τους που της το φύλαγαν για έκπληξη το ίδιο βράδυ. Δε χρειάστηκε να το σκεφτούμε πολύ. Αγοράσαμε ένα κιβώτιο μπύρες και βότκα και το βράδυ ήμασταν πάλι εκεί. Οικογενειακή κατάσταση. Οι γυναίκες στο σπίτι, οι άντρες στην αυλή. Εγώ έπρεπε να ακολουθήσω την παράδοση. Την έβγαλα στο χωλ μαζί με όλον τον θηλυκό πληθυσμό. Όχι πως απαγορευόταν οι γυναίκες να αναμιγνύονται με τους άντρες, απλά είχαμε «τα δικά μας» να πούμε..Συνοικέσια, ράψιμο, μαγειρική, τέτοια..

Όλα καλά, όμως ακόμα εγώ δεν είχα βρει αυτό που πραγματικά περίμενα να δω στα Fiji. Γαλάζια νερά και αμμουδερές παραλίες. Παρόλο που το δωμάτιό μας ήταν κυριολεκτικά επάνω στην παραλία, η μορφή του τοπίου δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις φωτογραφίες που βλέπουμε στα προσπέκτους των ταξιδιωτικών γραφείων όταν αναφέρονται στα Fiji. Ναι μεν το σύνολο ήταν όμορφο, με φοίνικες στην άμμο και ατάραχα νερά, όμως η η παραλία ήταν πολύ μικρή, ή θάλασσα ρηχή και θoλή κι ο βυθός γεμάτος κοράλια.

Δεν ήταν τυχαίο που όλοι οι επισκέπτες ξημεροβραδιάζονταν στην πισίνα. Είχα σκάσει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρω τη «γαλάζια λίμνη», να κολυμπήσω σε εξωτικά νερά, να αράξω σε μια αιώρα και να καώ κάτω από τον ήλιο. Μαζέψαμε ότι προσπέκτους είχαμε, τα βάλαμε κάτω και αποφασίσαμε. Θα πηγαίναμε στο Bounty. Ένα νησάκι, 40 λεπτά με το ταχύπλοο. Έπρεπε πρώτα όμως να πάμε στο Nandi, πίσω στην πόλη. Αφού προηγήθηκε μια λογομαχία με τη ρεσεψιόν, όπου προσπαθούσαν για μια ακόμα φορά να μας πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, τελικά φτάσαμε στο Nandi αξιοπρεπώς. Επιβιβαστήκαμε στο ταχύπλοο και περιμέναμε. Μετά από μισή ωρίτσα, το όνειρο γιτότανε πραγματικότητα. Το νησί άρχισε να φαίνεται, έτσι ακριβώς όπως το είχα φανταστεί.

Ένα βαρκάκι μας έβγαλε στην ακτή, αφού το ταχύπλοο ήταν αρκετά μεγάλο για να αράξει.

Σχεδόν απάτητη άμμος, γαλαζοπράσινα νερα, φοίνικες, απόλυτη ηρεμία. Έτσι μάλιστα...!!!



Δυστυχώς όμως τα όμορφα πράγματα κρατάνε λίγο και σε 5 ώρες το ταχύπλοο θα επέστρεφε να μας γυρίσει πίσω. Άλλο μέσο μεταφοράς δεν υπήρχε. Τι να πρωτοδείς και να ευχαριστηθείς σε τόσο λίγο χρόνο; Δε χόρταινα τη θάλασσα, το καθαρό νερό, την ομορφιά του τοπίου. Έμπαινα και ξανάμπαινα στο νερό.


Και να φανταστεί κανείς ότι ήταν παραμονή Χριστουγέννων...Με βαριά καρδιά γυρίσαμε στο «φρούριό» μας. Δεν είχαμε κανονίσει τίποτα για το δείπνο της παραμονής. Δεν το συζητούσαμε να μείνουμε μέσα. Όσες φορές φάγαμε εκεί, απογοητευθήκαμε. Τα περισσότερα κατεψυγμένα, για να μην πω όλα. Η απάντηση βέβαια ήταν πως όλα είναι φρέσκα κάθε φορά που ρωτούσαμε τους σερβιτόρους για την ποιότητα των εδεσμάτων. Έτσι, είπαμε να δοκιμάσουμε το ταβερνάκι του χωριού που επισκεφθήκαμε την πρώτη μέρα. Ένα μικροσκοπικό μαγαζάκι, δίπλα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, που αποκλείεται να το προσέχαμε αν δεν είχαμε ρωτήσει τους ντόπιους φυσικά κι όχι το ξενοδοχείο. Καθότι ο ποδαρόδρομος μεγάλος μέχρι το χωριό, αποταθήκαμε για μια φορά ακόμα στη ρεσεψιόν για ταξί. «Ταξί»; Μας ρώτησαν με μεγάλη απορία. «Είναι πολύ δύσκολο να βρείτε ταξί εδώ», μας είπαν. «Θα θέλατε μήπως να κανονίσουμε μεταφορά μέσω του ξενοδοχείου;», μας ρώτησαν. Αυτό βέβαια σήμαινε και το ανάλογο βαλάντιο, το οποίο ήταν υπερβολικό για την απόσταση των 2 περίπου χιλιομέτρων που είχαμε μπροστά μας. Αρνηθήκαμε και ξεκινήσαμε με τα πόδια. Στο πρώτο βήμα που κάναμε, περνούσε ένα υπό-διάλυση-ταξί, έστω... Μας πήγε στον προορισμό μας, κι όχι μόνο αυτό, του δώσαμε και κάτι παραπάνω κι είχαμε τον προσωπικό μας σοφέρ για το υπόλοιπο της βραδιάς. Το ταβερνάκι της γειτονιάς, αποδείχτηκε φαεινή ιδέα! Πού να το φανταζόμασταν, ότι λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα θα βρίσκαμε φρέσκο, θαλασσινό, ντόπιο φαγητό. Αναστέναξε ο ωκεανός! Πέσαμε πάνω από τους αστακούς και τις γαρίδες και δεν έμεινε τίποτα.

Ξημέρωσε Χριστούγεννα! Η πιο ζεστή από όλες τις μέρες που ήμασταν εκεί. Το ξενοδοχείο άρχισε να ασφυκτιά. Φωνές, παιδιά, φασαρία...αρκετά! Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνουμε κάτι. Δεν άντεχα ούτε λεπτό να βλέπω πιτσιρίκια να παραπονιούνται για το φαγητό τους, μωρά να κλαίνε και γονείς αδιάφορους για το αν το βλαστάρι τους έπαιζε μπάλα μποστά στην πόρτα του δωματίου μας. Όχι ότι έχω τίποτα με τα παιδάκια, οι γονείς είναι το πρόβλημά μου. Σαν από μηχανής Θεός, μας ήρθε στο μυαλό το νησί που είδαμε την πρώτη μέρα στην παραλία του χωριού. Κοίτα που καλόμαθε η γριά στα σύκα, σκέφτηκα για μένα. Πώς θα πηγαίναμε όμως μέχρι εκεί; Η απάντηση ήταν τόσο απλή όσο και παρανοϊκή: με τα πόδια! Είχαμε πληροφορηθεί, ας είναι καλά οι δημόσιες σχέσεις μας, πως όταν η στάθμη του νερού είναι χαμηλή, μπορείς να περπατήσεις μέχρι το νησάκι απέναντι. Κι άμα ανέβει η στάθμη; Δεν μας ενδιέφερε. Προκειμένου να δραπετεύσουμε απ' το τρελλοκομείο, ήμασταν αποφασισμένοι για τα πάντα. Ετοιμάσαμε ένα σάκο με τα απαραίτητα, φρούτα, νερό, μπύρες, πετσέτες, φωτογραφική μηχανή και ξεκινήσαμε. Δεν περάσαμε την "πύλη" αυτή τη φορά. Θα περπατούσαμε κατευθείαν από το ένα νησί στο άλλο.

Η διαδρομή αρκετή, το νερό θoλό, κι αγωνία μεγάλη για την έκβαση του αποτολμήματός μας.



Οι προσπάθειές μας δικαιώθηκαν και έπειτα από μιάμιση περίπου ώρα ήμασταν απέναντι, σ' ένα όμορφο νησάκι όπου δεν υπήρχε ψυχή, πέρα φυσικά από τον αυτόχθονα πληθυσμό: καβούρια, αστερίες κι άλλα περίεργα οστρακόδερμα...



Ένα καλάμι στο νερό ήταν αρκετό για την παρακολούθηση της στάθμης. Ούτε ο Τομ Χανκς στο "Ναυαγό"...
Στη μια ώρα πάνω, η στάθμη άρχισε να ανεβαίνει αισθητά. Όσο κι αν μας άρεσε δεν είχαμε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψουμε πριν αναγκαστούμε να περάσουμε το υπόλοιπο των διακοπών μας εκεί.

Επιστρέψαμε πίσω θριαμβευτικά, παρατηρώντας όλους εκείνους τους ταλαίπωρους που πίστευαν ότι δεν υπήρχε έξοδος από το Αλκατράζ...


Τελικά περάσαμε καλά, πολύ καλά!

2 σχόλια:

  1. Ωραίες οι φωτογραφίες. Ζηλεύω, εδώ όλο βρέχει, αλλά που θα πάει, θα έρθει και εδώ το καλοκαίρι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή