8/8/07

Η ρουτίνα

Και νά 'μαι μετά από τόσες κουβέντες, προβληματισμούς κι αγωνία να ετοιμάζομαι για την πρώτη μέρα στη δουλειά. Ακόμα και τώρα, οι συνθήκες δεν ήταν με το μέρος μου. Παρασκευή βράδυ αποφασίσαμε να πάμε σινεμά: “Blades of glory”. Δεν ξέρω αν ήταν η αίσθηση που απέπνεε το έργο, το χειμερινό τοπίο, οι πίστες πατινάζ και οι βουτιές στα παγωμένα νερά ή αν πραγματικά έκανε κρύο μέσα στην αίθουσα. Μάλλον το τελευταίο. Σάββατο πρωί, 37 ή 38 ή κάπου εκεί, για πυρετό μιλάω. Δεν μπορούσα να υπολογίσω ακριβώς, το θερμόμετρο συγκαταλέγεται στα επιστημονικά είδη, δεν υπήρχε στο σπίτι, κι όχι από παράληψη, απλά δεν χρειάζεται. Είπα θα περάσει μέχρι τη Δευτέρα, έπεσα έξω. Τι νά 'κανα; Δευτέρα έπρεπε να πάω στη δουλειά, ήταν ή πρώτη μέρα. Επεσα και στην περίπτωση. Πρώτη φορά μετά από 26 χρόνια η μετεωρολογική υπηρεσία κατέγραφε τόσο χαμηλές θερμοκρασίες σε αντίθεση με εμένα που κατέγραφα υψηλές πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια. Κάπως έτσι λοιπόν, πήγα πρώτη μέρα στη δουλειά. Μάλλινο παντελόνι, πουλόβερ, κασκόλ, παλτό, χαρτομάντηλο στο χέρι, παναντόλ στην τσέπη και στρεπσίλς φράουλα για το βήχα.
Από τότε έχουν περάσει τέσσερις εβδομάδες κι ούτε που το κατάλαβα.Έχω μπει για τα καλά στο εργασιακό πνεύμα, άλλωστε έπειτα από δύο χρόνια μόνη στην Κύπρο να υποστηρίζω παράλληλα δύο χρηματιστηριακές, να τρέχω στο «πάτωμα», να εγκαθιστώ, να τεστάρω λογισμικό τριών επιπέδων παρακαλώ, και παράλληλα να ανέχομαι τις ιδιοτροπίες τού κάθε χρήστη, που μόνο καφέ δε ζήταγε να ψήνει το σύστημα, ε...τι να μου πει τώρα μια εφαρμογή, που για κάθε «κλικ» της είναι υπεύθυνο και άλλο άτομο. Απλά τα πράματα, κι από τη μία χαίρομαι γιατί είχα άγχος για το πώς θα τα καταφέρω, βλέπεις με είχε αγχώσει κι ο Stu που μου έλεγε ότι στην Αυστραλία όλοι δουλεύουν, λες κι εγώ τόσο καιρό έλυνα σταυρόλεξα, από την άλλη πάλι αισθάνομαι ότι μένω στάσιμη κι ας έπαθα εγκεφαλικό, με την καλή την έννοια, όταν πήρα το πρώτο μετρητό για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του μήνα που δούλεψα, το οποίο ήταν περισσότερο από ότι έπαιρνα στην Αθήνα σε ένα μήνα. Μεγάλη ικανοποίηση, μου άλλαξε τη μέρα. Όχι ότι δεν ήξερα, απλά είχα υπολογίσει κατιτίς λιγότερο όταν αφαιρούσα τις κρατήσεις, αλλά επίσης άλλο στα λόγια κι άλλο στην τσέπη. Ήταν Πέμπτη, πάνω στην κατάλληλη μέρα. Τις Πέμπτες εδώ έχουμε late night shopping, τα μαγαζιά είναι ανοιχτά μέχρι τις εννέα το βράδυ...μεγάλο ξενύχτι. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, ή ίσως γιατί εγώ είμαι ανάποδη, σε περιόδους λιτότητας θέλω ότι βρω μπροστά μου, ενώ όταν το χρήμα τρέχει, λέμε τώρα, τα βρίσκω όλα είτε κακόγουστα είτε περιττά. Πήγα λοιπόν τη βόλτα μου στα μαγαζιά, χωρίς να πάρω απολύτως τίποτα. Μου αρκούσε η αίσθηση ότι έβγαζα τα δικά μου λεφτά, για πρώτη φορά μετά από πολύ προσπάθεια, σε αυτόν τον τόπο. Κάπως έτσι μπήκα ξανά στους κανονικούς μου ρυθμούς, εκτελώντας τις καθημερινές μου συνήθειες με τόσο διαφορετικό τρόπο όμως.
Έτσι, η μέρα ξεκινάει με πρωινό ξύπνημα στις 7:00 για να φύγω από το σπίτι στις 7:50. Εδώ δεν παίρνει καθυστερήσεις γιατί έχω να προλάβω το λεωφορείο των 7:55 και μετά το φέρυ.

Προσπάθησα να βρω άλλους τρόπους μεταφοράς, αφού το να αλλάζω συγκοινωνίες με το άγχος να προλάβω κάτι για να μη χάσω κάτι άλλο, με εκνευρίζει αφάνταστα, όμως δυστυχώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Για αυτοκίνητο βέβαια ούτε συζήτηση, αφού εκτός από την κίνηση και τα διόδια για να πας στο κέντρο πρέπει να πληρώσεις μια περιουσία για πάρκινγκ κι εδώ δεν παίζει θα κάνω το γύρο του τετραγώνου και κάποια στιγμή θα βρω...απαγορευτικά παντού. Είναι αφάνταστα κουραστικό να έχεις αυτοκίνητο στο Σύδνεϋ. Πέρα από το πάρκινγκ, δεν βρίσκεις εύκολα μέρος το πλύνεις, ή μάλλον να κάνω μια διευκρίνιση, να σου το πλύνουν. Στα βενζινάδικα δεν κάνουν τέτοια πράγματα....εδώ δε σου βάζουν βενζίνη...κι εκεί ταλαιπωρία. Επανέρχομαι στο πλύσιμο...για να πλύνεις λοιπόν το αυτοκίνητό σου, υπάρχουν ειδικά μέρη, όπου βάζεις κέρματα και νά ‘σου ξαφνικά μες στο κρύο με τη βούρτσα και τον κουβά στο χέρι, μέσα σε 5 λεπτά, γιατί τόσο είναι το όριο, να τρέχεις σαν το Βέγγο να προλάβεις να το πλύνεις. Για το σπίτι δε γίνεται λόγος. Απαγορεύεται ρητώς λόγω λειψυδρίας.
Εν πάση περιπτώση, το λεωφορείο περνάει σταθερά κάθε πρωί κι ευτυχώς η στάση είναι δύο λεπτά από το σπίτι.

Από εκεί στην προβλήτα για το φέρυ των 8:15…

Ευκαιρία για ύπνο, εκτός κι αν ο καιρός είναι καλός οπότε κάθομαι μπροστά να χαζεύω τη διαδρομή.

Ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω αυτόν τον τρόπο μετακίνησης, μου είναι κουραστικό να χρησιμοποιώ τόσες συγκοινωνίες, απ’την άλλη όμως σκέφτομαι πόσες ευκαιρίες είχα στη ζωή μου να βλέπω δελφίνια και μάλιστα πού...στο δρόμο για τη δουλειά...! Η διαδρομή είναι μισή ωρίτσα, υπάρχει και το Jet Cat βέβαια που την κάνει σε ένα τέταρτο, όμως δεν έχει κατάστρωμα, βασικό μειονέκτημα. Η προβλήτα είναι στο κέντρο της πόλης. Η δουλειά μου από εκεί δεν είναι μακρυά, όμως το πρωί είμαι ακόμα σε κατάσταση hibernation, οπότε προτιμώ το λεωφορείο, έστω και για τρεις στάσεις, για να κατέβω στην Castlereagh st.

Έστω κι αν έχει λιακάδα, ειδικά τις πρωινές ώρες κάνει τόσο κρύο, αφού τα ψηλά κτίρια δεν αφήνουν καν τον ήλιο να περάσει. Συνήθως αγοράζω μια ζεστή σοκολάτα για το δρόμο, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου, γιατί δεν είναι μόνο το κρύο μέσα στην πόλη αλλά και αυτό που αρπάζω πάνω στο φέρυ. Πόσο να αντέξω πια, είμαι και κρυουλιάρα από φύση...

Κάποια στιγμή κατά τις 9:00 φτάνω στον προορισμό. Στον 2ο όροφο ενός ουρανοξύστη (πόσο ειρωνικό να δουλεύεις σε ουρανοξύστη και να είσαι μόνο στο 2ο...), στο τμήμα του Quality Assurance, υπάρχει ένα γραφείο που είναι δικό μου. Ανοίγω το laptop, τσεκάρω τα email μου, βάζω Angel FM ή Love radio (μεγάλη υπόθεση το internet) και ξεκινάω..

Μόνο τέσσερισ ώρες μέχρι το διάλειμμα για μεσημεριανό. Έχω μια ολόκληρη ώρα να κάνω ότι θέλω. Συνήθως συναντιόμαστε με τον Stu και κάνουμε βόλτες στο πάρκο, στα μαγαζιά ή στο Darling Harbour.

Στη μία το μεσημέρι όλος ο κόσμος είναι έξω, άλλοι για φαγητό, άλλοι για βόλτα κι άλλοι για...τζόκινγκ ή ακόμα και surf, όπως ο Stu εκείνο το πρωινό της Δευτέρας, που πήγαμε μαζί στη δουλειά...στον έναν ώμο το laptop και στο άλλο χέρι η...σανίδα. Και γιατί όχι; Η κοντινότερη παραλία, το Bondi, απέχει μόλις 6 χιλιόμετρα. Όσο για το χειμώνα; Λεπτομέρεια... Εδώ οι παραλίες γεμίζουν surfers από τις 6 τα πρωινά του χειμώνα. Όχι ότι κάνει ζέστη απλά έτσι έχουνε μάθει. Θα πήγαιναν για surf με το αφεντικό του από τη δουλειά. Εγώ θα συναντιόμουν με τη Xanthe για να πάμε να φάμε. Όταν έχει λιακάδα, η πόλη είναι πανέμορφη. Τα καφέ και οι μπυραρίες είναι ανοιχτά με τραπεζάκια στο ήλιο από το μεσημέρι, όλος ο κόσμος στους δρόμους και το μόνο που δε σκέφτεσαι είναι η δουλειά. Όταν πάλι κάνει κρύο, η εναλλακτική είναι τα food courts. Τα υπόγεια των κτιρίων με τα εκατοντάδες μαγαζιά κάθε λογής φαγητού. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια πληθώρα εδεσμάτων. Ασιατικά, μεξικάνικα, ισπανικά, ιταλικά, μαγαζιά με χυμούς, καφέδες, σούπες, κεμπάπ, φαστ φουντ...πανικός. Η αλήθεια είναι, αν υπάρχει κάτι που ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα σε αυτή τη χώρα, είναι το φαγητό, ιδίως τα θαλασσινά. Αντί για μπριζόλες ή κρέας γενικότερα, συνηθίζουμε τα αγοράζουμε φρέσκο τόνο ή σολωμό. Και τι να πει κανείς βέβαια για τα oysters, τις γαρίδες και τα scallops.

Γεμάτος ο ωκεανός και κατ’επέκταση τα σούπερ μάρκετ και οι ψαραγορές. Στις 2 το μεσημέρι είμαι πίσω στη δουλειά. Άλλες τέσσερις ώρες για να σχολάσω. Στις 6 η ώρα έχει ήδη νυχτώσει, τα φώτα από τους ουρανοξύστες αναμμένα, είναι η καλύτερα ώρα για μια βόλτα πριν την επιστροφή στο σπίτι.

Βγαίνουμε συχνά μετά τη δουλειά, πότε για φαγητό, πότε για μπυρίτσες. Η επιστροφή με το φέρυ όταν έχει νυχτώσει είναι ο καλύτερος τρόπος να χαλαρώσεις. Όταν έχει καλό καιρό, καθόμαστε στην πρύμνη να κοιτάμε την πόλη να απομακρύνεται κι όταν φτάνουμε στο Manly πολλές φορές κάνουμε τη διαδρομή μέχρι το σπίτι με τα πόδια. Άμμος, θάλασσα, κρύο αλλά καλή διάθεση...ο καλύτερος τρόπος για να τελειώσεις τη μέρα...